ανασκίρτημα

το, -ατος
και ανασκίρτηση, η ελαφρό αναπήδημα από κάτι ευχάριστο ή δυσάρεστο (είδηση, γεγονός κτλ.): Στο αντίκρισμα του ξενιτεμένου αδελφού του ένιωσε ένα ανασκίρτημα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ανασκίρτημα — το η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανασκιρτώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανασκιρτώ. Η λ. στον πληθ., ανασκιρτήματα, τα, μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό τού Νικόλαου Κοντόπουλου] …   Dictionary of Greek

  • ανασκίρτημα — [анаскиртима] ουσ. о. вздрагивание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.